προστυχοδουλειά
•
- προφορικόπροστυχιά, πρόστυχη ενέργεια ή πράξη Βικιλεξικό
- προφορικόδουλειά κατώτερης ποιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προστυχοδουλειά < πρόστυχος + -ο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προστυχοδουλειά | προστυχοδουλειές |
| Γενική | προστυχοδουλειάς | προστυχοδουλειών |
| Αιτιατική | προστυχοδουλειά | προστυχοδουλειές |
| Κλητική | προστυχοδουλειά | προστυχοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →