προστυχόλογο
•
- οικείοπρόστυχη, άσεμνη ή χυδαία λέξη ή έκφραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προστυχόλογο < πρόστυχ(ος) + -ό- + -λογο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προστυχόλογο | προστυχόλογα |
| Γενική | προστυχόλογου | προστυχόλογων |
| Αιτιατική | προστυχόλογο | προστυχόλογα |
| Κλητική | προστυχόλογο | προστυχόλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →