Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προστυχόφατσα

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόάνθρωπος που απ’ τη φάτσα του φαίνεται πρόστυχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προστυχόφατσα < πρόστυχος + -ο- + φάτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροστυχόφατοςπροστυχόφατοι
Γενικήπροστυχοφάτουπροστυχοφάτων
Αιτιατικήπροστυχόφατοπροστυχοφάτους
Κλητικήπροστυχόφατεπροστυχόφατοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →