Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσυλλογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προσυλλογισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσυλλογιστικός < προσυλλογίζομαι + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσυλλογιστικόςπροσυλλογιστικήπροσυλλογιστικό
Γενικήπροσυλλογιστικούπροσυλλογιστικήςπροσυλλογιστικού
Αιτιατικήπροσυλλογιστικόπροσυλλογιστικήπροσυλλογιστικό
Κλητικήπροσυλλογιστικέπροσυλλογιστικήπροσυλλογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσυλλογιστικοίπροσυλλογιστικέςπροσυλλογιστικά
Γενικήπροσυλλογιστικώνπροσυλλογιστικώνπροσυλλογιστικών
Αιτιατικήπροσυλλογιστικούςπροσυλλογιστικέςπροσυλλογιστικά
Κλητικήπροσυλλογιστικοίπροσυλλογιστικέςπροσυλλογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →