προσυλλογιστικός
•
- που έχει σχέση με προσυλλογισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυλλογιστικός < προσυλλογίζομαι + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυλλογιστικός | προσυλλογιστική | προσυλλογιστικό |
| Γενική | προσυλλογιστικού | προσυλλογιστικής | προσυλλογιστικού |
| Αιτιατική | προσυλλογιστικό | προσυλλογιστική | προσυλλογιστικό |
| Κλητική | προσυλλογιστικέ | προσυλλογιστική | προσυλλογιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυλλογιστικοί | προσυλλογιστικές | προσυλλογιστικά |
| Γενική | προσυλλογιστικών | προσυλλογιστικών | προσυλλογιστικών |
| Αιτιατική | προσυλλογιστικούς | προσυλλογιστικές | προσυλλογιστικά |
| Κλητική | προσυλλογιστικοί | προσυλλογιστικές | προσυλλογιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →