προσυπογραφή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσυπογράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυπογραφή < προσυπογράφω + -ή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυπογραφή | προσυπογραφές |
| Γενική | προσυπογραφής | προσυπογραφών |
| Αιτιατική | προσυπογραφή | προσυπογραφές |
| Κλητική | προσυπογραφή | προσυπογραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →