Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσυπογραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσυπογράφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσυπογραφή < προσυπογράφω + -ή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσυπογραφήπροσυπογραφές
Γενικήπροσυπογραφήςπροσυπογραφών
Αιτιατικήπροσυπογραφήπροσυπογραφές
Κλητικήπροσυπογραφήπροσυπογραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →