προσυστολικός
•
- φυσιολογίαπου έχει σχέση με την προσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσυστολικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική presystolic < presystole < ελληνιστική κοινή συστολή < αρχαία ελληνική συστέλλω. Μορφολογικά αναλύεται σε προσυστολ(ή) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυστολικός | προσυστολική | προσυστολικό |
| Γενική | προσυστολικού | προσυστολικής | προσυστολικού |
| Αιτιατική | προσυστολικό | προσυστολική | προσυστολικό |
| Κλητική | προσυστολικέ | προσυστολική | προσυστολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσυστολικοί | προσυστολικές | προσυστολικά |
| Γενική | προσυστολικών | προσυστολικών | προσυστολικών |
| Αιτιατική | προσυστολικούς | προσυστολικές | προσυστολικά |
| Κλητική | προσυστολικοί | προσυστολικές | προσυστολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →