Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσυστολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσιολογίαπου έχει σχέση με την προσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσυστολικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική presystolic < presystole < ελληνιστική κοινή συστολή < αρχαία ελληνική συστέλλω. Μορφολογικά αναλύεται σε προσυστολ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσυστολικόςπροσυστολικήπροσυστολικό
Γενικήπροσυστολικούπροσυστολικήςπροσυστολικού
Αιτιατικήπροσυστολικόπροσυστολικήπροσυστολικό
Κλητικήπροσυστολικέπροσυστολικήπροσυστολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσυστολικοίπροσυστολικέςπροσυστολικά
Γενικήπροσυστολικώνπροσυστολικώνπροσυστολικών
Αιτιατικήπροσυστολικούςπροσυστολικέςπροσυστολικά
Κλητικήπροσυστολικοίπροσυστολικέςπροσυστολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →