προσφυής
•
- που ευνοεί κάτι, κατάλληλος, αρμόζων, εύστοχος, επιτυχής, πρόσφορος, αρμόδιος, ενδεδειγμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφυής < αρχαία ελληνική προσφυής < προσφύω «φυτρώνω πάνω σε κάτι» < προς + φύω : Αρχικώς αυτός που φύεται πάνω σε κάτι, ή και με τη μεταφορική σημασία, αυτός που είναι προσκολλημένος σε κάτι, σύμφυτος. : Κατά την ελληνιστική εποχή πήρε την σημασία «κατάλληλος, ταιριαστός».
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυής | προσφυής | προσφυές |
| Γενική | προσφυούς | προσφυούς | προσφυούς |
| Αιτιατική | προσφυή | προσφυή | προσφυές |
| Κλητική | προσφυή / προσφυής | προσφυής | προσφυές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυείς | προσφυείς | προσφυή |
| Γενική | προσφυών | προσφυών | προσφυών |
| Αιτιατική | προσφυείς | προσφυείς | προσφυή |
| Κλητική | προσφυείς | προσφυείς | προσφυή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →