Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσφυγάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο νεαρός σε ηλικία πρόσφυγας Βικιλεξικό
    • Έπαιζε με ξιπόλυτα προσφυγάκια στα λασπόνερα της Κοκκινιάς. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

Ετυμολογία

προσφυγάκι < πρόσφυγ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσφυγάκιπροσφυγάκια
Γενική——
Αιτιατικήπροσφυγάκιπροσφυγάκια
Κλητικήπροσφυγάκιπροσφυγάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →