προσφυγιά
•
- η κατάσταση του πρόσφυγα Βικιλεξικό
- περιληπτικότο σύνολο των προσφύγων από μια περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφυγιά < πρόσφυγ(ας) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγιά | προσφυγιές |
| Γενική | προσφυγιάς | προσφυγιών |
| Αιτιατική | προσφυγιά | προσφυγιές |
| Κλητική | προσφυγιά | προσφυγιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →