προσφυγικός
•
- που έχει σχέση με πρόσφυγες Βικιλεξικό
- Εἰς τόν προσφυγικόν καταυλισμόν τῆς Λαχαναγοράς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δέν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θρᾶξ. Δέν τόν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαί τοῦ Κεμάλ. Δέν τοῦ εἶχαν σπάσει τό πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτόν ἁπλούστατα ἕνας ἀθῶος σπουργίτης.
Ετυμολογία
προσφυγικός < πρόσφυγ(ας) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγικός | προσφυγική | προσφυγικό |
| Γενική | προσφυγικού | προσφυγικής | προσφυγικού |
| Αιτιατική | προσφυγικό | προσφυγική | προσφυγικό |
| Κλητική | προσφυγικέ | προσφυγική | προσφυγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγικοί | προσφυγικές | προσφυγικά |
| Γενική | προσφυγικών | προσφυγικών | προσφυγικών |
| Αιτιατική | προσφυγικούς | προσφυγικές | προσφυγικά |
| Κλητική | προσφυγικοί | προσφυγικές | προσφυγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →