προσφυγοπούλα
•
- κοπέλα πρόσφυγας, νεαρή πρόσφυγας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφυγοπούλα < πρόσφυγ(ας) + -οπούλα / προσφυγόπουλ(ο) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγοπούλα | προσφυγοπούλες |
| Γενική | προσφυγοπούλας | — |
| Αιτιατική | προσφυγοπούλα | προσφυγοπούλες |
| Κλητική | προσφυγοπούλα | προσφυγοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →