προσφυώς
•
- παρωχημένοκατάλληλα, με προσφυή, αρμόζοντα τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφυώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσφυῶς (αρχαία ελληνική, ιωνικός τύπος στον Ηρόδοτο: προσφυέως) < προσφυ(ής) + -ῶς > -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →