προσφωνώ
•
- χαιρετώ κάποιον μέσω ενός σύντομου λόγου σε μια εκδήλωση Βικιλεξικό
- δίνω τον λόγο σε κάποιον καλώντας τον με τον τίτλο του ή το όνομά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσφωνῶ / προσφωνέω < προσ- + -φωνώ < φωνή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσφωνώ | προσφωνείς | προσφωνεί | προσφωνούμε | προσφωνείτε | προσφωνούν / προσφωνούνε |
| Παρατατικός | προσφωνούσα | προσφωνούσες | προσφωνούσε | προσφωνούσαμε | προσφωνούσατε | προσφωνούσαν / προσφωνούσανε |
| Αόριστος | προσφώνησα | προσφώνησες | προσφώνησε | προσφωνήσαμε | προσφωνήσατε | προσφωνήσαν / προσφωνήσανε / προσφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα προσφωνήσω / θα προσφωνώ | θα προσφωνήσεις / θα προσφωνείς | θα προσφωνήσει / θα προσφωνεί | θα προσφωνήσουμε / θα προσφωνούμε | θα προσφωνήσετε / θα προσφωνείτε | θα προσφωνήσουν / θα προσφωνήσουνε / θα προσφωνούν / θα προσφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσφωνήσει | έχεις προσφωνήσει | έχει προσφωνήσει | έχουμε προσφωνήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσφωνήσει | είχες προσφωνήσει | είχε προσφωνήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσφωνήσει / να προσφωνήσω / να προσφωνώ | να έχεις προσφωνήσει / να προσφωνήσεις / να προσφωνείς | να έχει προσφωνήσει / να προσφωνήσει / να προσφωνεί | να έχουμε προσφωνήσει / να προσφωνήσουμε / να προσφωνούμε | να προσφωνήσετε / να προσφωνείτε | να προσφωνήσουν / να προσφωνήσουνε / να προσφωνούν / να προσφωνούνε |
| Προστακτική | — | προσφώνει / προσφώνησε | — | — | προσφωνήστε / προσφωνείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσφωνήθηκαπροσφωνούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →