προσφώνηση
•
- τρόπος με τον οποίο πρέπει να απευθύνεται κανείς σε αξιωματούχους, σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες / το πρωτόκολλο Βικιλεξικό
- λόγος μικρής διάρκειας, συνήθως για χαιρετισμό Βικιλεξικό
- Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φράσεις που τους είχαν διδάξει στα σεμινάρια με στόχο τις αγαστές συνεργασίες (Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Ετυμολογία
προσφώνηση < προσ- + φώνηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφώνηση | προσφωνήσεις |
| Γενική | προσφώνησης | προσφωνήσεων |
| Αιτιατική | προσφώνηση | προσφωνήσεις |
| Κλητική | προσφώνηση | προσφωνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →