προσχεδιάζω
•
- μελετώ, σχεδιάζω εκ των προτέρων κάτι, προμελετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσχεδιάζω < μεσαιωνική ελληνική προσχεδιάζω < προ- + σχεδιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσχεδιάζω | προσχεδιάζεις | προσχεδιάζει | προσχεδιάζουμε | προσχεδιάζετε | προσχεδιάζουν / προσχεδιάζουνε |
| Παρατατικός | προσχεδίαζα | προσχεδίαζες | προσχεδίαζε | προσχεδιάζαμε | προσχεδιάζατε | προσχεδίαζαν / προσχεδιάζαν / προσχεδιάζανε |
| Αόριστος | προσχεδίασα | προσχεδίασες | προσχεδίασε | προσχεδιάσαμε | προσχεδιάσατε | προσχεδίασαν / προσχεδιάσαν / προσχεδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα προσχεδιάζω / θα προσχεδιάσω | θα προσχεδιάζεις / θα προσχεδιάσεις | θα προσχεδιάζει / θα προσχεδιάσει | θα προσχεδιάζουμε / θα προσχεδιάσουμε | θα προσχεδιάζετε / θα προσχεδιάσετε | θα προσχεδιάζουν / θα προσχεδιάζουνε / θα προσχεδιάσουν / θα προσχεδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσχεδιάσει | έχεις προσχεδιάσει | έχει προσχεδιάσει | έχουμε προσχεδιάσει | έχετε προσχεδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσχεδιάσει | είχες προσχεδιάσει | είχε προσχεδιάσει | είχαμε προσχεδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσχεδιάσει / να προσχεδιάζω / να προσχεδιάσω | να έχεις προσχεδιάσει / να προσχεδιάζεις / να προσχεδιάσεις | να έχει προσχεδιάσει / να προσχεδιάζει / να προσχεδιάσει | να έχουμε προσχεδιάσει / να προσχεδιάζουμε / να προσχεδιάσουμε | να έχετε προσχεδιάσει / να προσχεδιάζετε / να προσχεδιάσετε | να προσχεδιάζουν / να προσχεδιάζουνε / να προσχεδιάσουν / να προσχεδιάσουνε |
| Προστακτική | — | προσχεδίαζε / προσχεδίασε | — | — | προσχεδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσχεδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →