Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσχώρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του προσχωρώ, η ένταξη σε έναν οργανισμό, κόμμα, ιδεολογία, ρεύμα, η αποδοχή και συμφωνία με μια άποψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσχώρη(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσχώρησηπροσχωρήσεις
Γενικήπροσχώρησηςπροσχωρήσεων
Αιτιατικήπροσχώρησηπροσχωρήσεις
Κλητικήπροσχώρησηπροσχωρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →