προσωπιδοφορία
•
- το να φοράει κάποιος προσωπίδα, η μεταμφίεση μ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωπιδοφορία < προσωπιδοφόρος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπιδοφορία | προσωπιδοφορίες |
| Γενική | προσωπιδοφορίας | προσωπιδοφοριών |
| Αιτιατική | προσωπιδοφορία | προσωπιδοφορίες |
| Κλητική | προσωπιδοφορία | προσωπιδοφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →