Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωπιδοφορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να φοράει κάποιος προσωπίδα, η μεταμφίεση μ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωπιδοφορία < προσωπιδοφόρος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσωπιδοφορίαπροσωπιδοφορίες
Γενικήπροσωπιδοφορίαςπροσωπιδοφοριών
Αιτιατικήπροσωπιδοφορίαπροσωπιδοφορίες
Κλητικήπροσωπιδοφορίαπροσωπιδοφορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →