προσωπικός
•
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού Βικιλεξικό
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο Βικιλεξικό
- Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- γραμματικήπου αναφέρεται σε πρόσωπο Βικιλεξικό
- προσωπική αντωνυμία
- που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο και όχι σε πολλά Βικιλεξικό
- που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωπικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπικός | προσωπική | προσωπικό |
| Γενική | προσωπικού | προσωπικής | προσωπικού |
| Αιτιατική | προσωπικό | προσωπική | προσωπικό |
| Κλητική | προσωπικέ | προσωπική | προσωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπικοί | προσωπικές | προσωπικά |
| Γενική | προσωπικών | προσωπικών | προσωπικών |
| Αιτιατική | προσωπικούς | προσωπικές | προσωπικά |
| Κλητική | προσωπικοί | προσωπικές | προσωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →