προσωπικότητα
•
- τα ατομικά ψυχικά και πνευματικά γνωρίσματα και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν μοναδικά έναν άνθρωπο, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του Βικιλεξικό
- η ισχυρή προσωπικότητα Βικιλεξικό
- είναι άτομο με προσωπικότητα
- άτομο που έχει διακριθεί σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
- στη δεξίωση παραβρέθηκαν προσωπικότητες από το χώρο της τέχνης
- μεταφορικάο ιδιαίτερος χαρακτήρας που έχει οποιοδήποτε πράγμα και το κάνει να ξεχωρίζει Βικιλεξικό
- έκανε πολλές μετατροπές στο αυτοκίνητό του γιατί ήθελε να έχει ένα αμάξι με προσωπικότητα
Ετυμολογία
προσωπικότητα < προσωπικός < πρόσωπο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπικότητα | προσωπικότητες |
| Γενική | προσωπικότητας | προσωπικοτήτων |
| Αιτιατική | προσωπικότητα | προσωπικότητες |
| Κλητική | προσωπικότητα | προσωπικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →