Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωπογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προσωπογραφία ή προσωπογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωπογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική prosopographique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική prosopographic < prosopographie ή prosopography < αρχαία ελληνική πρόσωπον + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωπογραφικόςπροσωπογραφικήπροσωπογραφικό
Γενικήπροσωπογραφικούπροσωπογραφικήςπροσωπογραφικού
Αιτιατικήπροσωπογραφικόπροσωπογραφικήπροσωπογραφικό
Κλητικήπροσωπογραφικέπροσωπογραφικήπροσωπογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωπογραφικοίπροσωπογραφικέςπροσωπογραφικά
Γενικήπροσωπογραφικώνπροσωπογραφικώνπροσωπογραφικών
Αιτιατικήπροσωπογραφικούςπροσωπογραφικέςπροσωπογραφικά
Κλητικήπροσωπογραφικοίπροσωπογραφικέςπροσωπογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →