προσωπογραφώ
•
- τέχνηείμαι προσωπογράφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάψυχογραφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωπογραφώ < προσωπογράφος + -ώς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσωπογραφώ | προσωπογραφείς | προσωπογραφεί | προσωπογραφούμε | προσωπογραφείτε | προσωπογραφούν / προσωπογραφούνε |
| Παρατατικός | προσωπογραφούσα | προσωπογραφούσες | προσωπογραφούσε | προσωπογραφούσαμε | προσωπογραφούσατε | προσωπογραφούσαν / προσωπογραφούσανε |
| Αόριστος | προσωπογράφησα | προσωπογράφησες | προσωπογράφησε | προσωπογραφήσαμε | προσωπογραφήσατε | προσωπογράφησαν / προσωπογραφήσαν / προσωπογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσωπογραφήσω / θα προσωπογραφώ | θα προσωπογραφήσεις / θα προσωπογραφείς | θα προσωπογραφήσει / θα προσωπογραφεί | θα προσωπογραφήσουμε / θα προσωπογραφούμε | θα προσωπογραφήσετε / θα προσωπογραφείτε | θα προσωπογραφήσουν / θα προσωπογραφήσουνε / θα προσωπογραφούν / θα προσωπογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσωπογραφήσει | έχεις προσωπογραφήσει | έχει προσωπογραφήσει | έχουμε προσωπογραφήσει | έχετε προσωπογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσωπογραφήσει | είχες προσωπογραφήσει | είχε προσωπογραφήσει | είχαμε προσωπογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσω / να προσωπογραφώ | να έχεις προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσεις / να προσωπογραφείς | να έχει προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσει / να προσωπογραφεί | να έχουμε προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσουμε / να προσωπογραφούμε | να έχετε προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσετε / να προσωπογραφείτε | να προσωπογραφήσουν / να προσωπογραφήσουνε / να προσωπογραφούν / να προσωπογραφούνε |
| Προστακτική | — | προσωπογράφει / προσωπογράφησε | — | — | προσωπογραφήστε / προσωπογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →