Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωπογραφώ

ρήμα
•
  1. τέχνηείμαι προσωπογράφος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάψυχογραφώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωπογραφώ < προσωπογράφος + -ώς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσωπογραφώπροσωπογραφείςπροσωπογραφείπροσωπογραφούμεπροσωπογραφείτεπροσωπογραφούν / προσωπογραφούνε
Παρατατικόςπροσωπογραφούσαπροσωπογραφούσεςπροσωπογραφούσεπροσωπογραφούσαμεπροσωπογραφούσατεπροσωπογραφούσαν / προσωπογραφούσανε
Αόριστοςπροσωπογράφησαπροσωπογράφησεςπροσωπογράφησεπροσωπογραφήσαμεπροσωπογραφήσατεπροσωπογράφησαν / προσωπογραφήσαν / προσωπογραφήσανε
Μέλλονταςθα προσωπογραφήσω / θα προσωπογραφώθα προσωπογραφήσεις / θα προσωπογραφείςθα προσωπογραφήσει / θα προσωπογραφείθα προσωπογραφήσουμε / θα προσωπογραφούμεθα προσωπογραφήσετε / θα προσωπογραφείτεθα προσωπογραφήσουν / θα προσωπογραφήσουνε / θα προσωπογραφούν / θα προσωπογραφούνε
Παρακείμενοςέχω προσωπογραφήσειέχεις προσωπογραφήσειέχει προσωπογραφήσειέχουμε προσωπογραφήσειέχετε προσωπογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προσωπογραφήσειείχες προσωπογραφήσειείχε προσωπογραφήσειείχαμε προσωπογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσω / να προσωπογραφώνα έχεις προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσεις / να προσωπογραφείςνα έχει προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσει / να προσωπογραφείνα έχουμε προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσουμε / να προσωπογραφούμενα έχετε προσωπογραφήσει / να προσωπογραφήσετε / να προσωπογραφείτενα προσωπογραφήσουν / να προσωπογραφήσουνε / να προσωπογραφούν / να προσωπογραφούνε
Προστακτική—προσωπογράφει / προσωπογράφησε——προσωπογραφήστε / προσωπογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →