προσωποκρατώ
•
- νομικός όροςεπιβάλλω προσωποκράτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωποκρατώ < προσωποκράτηση + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσωποκρατώ | προσωποκρατείς | προσωποκρατεί | προσωποκρατούμε | προσωποκρατείτε | προσωποκρατούν / προσωποκρατούνε |
| Παρατατικός | προσωποκρατούσα | προσωποκρατούσες | προσωποκρατούσε | προσωποκρατούσαμε | προσωποκρατούσατε | προσωποκρατούσαν / προσωποκρατούσανε |
| Αόριστος | προσωποκράτησα | προσωποκράτησες | προσωποκράτησε | προσωποκρατήσαμε | προσωποκρατήσατε | προσωποκράτησαν / προσωποκρατήσαν / προσωποκρατήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσωποκρατήσω / θα προσωποκρατώ | θα προσωποκρατήσεις / θα προσωποκρατείς | θα προσωποκρατήσει / θα προσωποκρατεί | θα προσωποκρατήσουμε / θα προσωποκρατούμε | θα προσωποκρατήσετε / θα προσωποκρατείτε | θα προσωποκρατήσουν / θα προσωποκρατήσουνε / θα προσωποκρατούν / θα προσωποκρατούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσωποκρατήσει | έχεις προσωποκρατήσει | έχει προσωποκρατήσει | έχουμε προσωποκρατήσει | έχετε προσωποκρατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσωποκρατήσει | είχες προσωποκρατήσει | είχε προσωποκρατήσει | είχαμε προσωποκρατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσωποκρατήσει / να προσωποκρατήσω / να προσωποκρατώ | να έχεις προσωποκρατήσει / να προσωποκρατήσεις / να προσωποκρατείς | να έχει προσωποκρατήσει / να προσωποκρατήσει / να προσωποκρατεί | να έχουμε προσωποκρατήσει / να προσωποκρατήσουμε / να προσωποκρατούμε | να έχετε προσωποκρατήσει / να προσωποκρατήσετε / να προσωποκρατείτε | να προσωποκρατήσουν / να προσωποκρατήσουνε / να προσωποκρατούν / να προσωποκρατούνε |
| Προστακτική | — | προσωποκράτει / προσωποκράτησε | — | — | προσωποκρατήστε / προσωποκρατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →