προσωπολατρία
•
- η υπερβολική αγάπη ή και λατρεία προς κάποιο πρόσωπο, ιδίως της δημόσιας ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωπολατρία < πρόσωπ(ο) + -ο- + -λατρία ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) personality cult)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπολατρία | προσωπολατρίες |
| Γενική | προσωπολατρίας | προσωπολατριών |
| Αιτιατική | προσωπολατρία | προσωπολατρίες |
| Κλητική | προσωπολατρία | προσωπολατρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →