προσωπομετρικός
•
- που έχει σχέση με την προσωπομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπροσωπομετρική: η προσωπομετρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωπομετρικός < προσωπομετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπομετρικός | προσωπομετρική | προσωπομετρικό |
| Γενική | προσωπομετρικού | προσωπομετρικής | προσωπομετρικού |
| Αιτιατική | προσωπομετρικό | προσωπομετρική | προσωπομετρικό |
| Κλητική | προσωπομετρικέ | προσωπομετρική | προσωπομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωπομετρικοί | προσωπομετρικές | προσωπομετρικά |
| Γενική | προσωπομετρικών | προσωπομετρικών | προσωπομετρικών |
| Αιτιατική | προσωπομετρικούς | προσωπομετρικές | προσωπομετρικά |
| Κλητική | προσωπομετρικοί | προσωπομετρικές | προσωπομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →