Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωπομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την προσωπομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπροσωπομετρική: η προσωπομετρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωπομετρικός < προσωπομετρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωπομετρικόςπροσωπομετρικήπροσωπομετρικό
Γενικήπροσωπομετρικούπροσωπομετρικήςπροσωπομετρικού
Αιτιατικήπροσωπομετρικόπροσωπομετρικήπροσωπομετρικό
Κλητικήπροσωπομετρικέπροσωπομετρικήπροσωπομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωπομετρικοίπροσωπομετρικέςπροσωπομετρικά
Γενικήπροσωπομετρικώνπροσωπομετρικώνπροσωπομετρικών
Αιτιατικήπροσωπομετρικούςπροσωπομετρικέςπροσωπομετρικά
Κλητικήπροσωπομετρικοίπροσωπομετρικέςπροσωπομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →