Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωποπαγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάποιο συγκεκριμένο άτομο Βικιλεξικό
    • Εκτός από την εγκαθίδρυση προσωποπαγούς απολυταρχικού καθεστώτος είναι για μας δύσκολο να διακρίνουμε το περίγραμμα του νέου σχήματος που ο Καίσαρ σκόπευε να δώσει στο ρωμαϊκό κράτος. (Rostovtzeff Michael Ivanovitch, Ρωμαϊκή ιστορία, μτφρ. Καλφόγλου Β., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1984, σελ. 161.)
    • αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
    • προσωποπαγές δικαίωμα είναι το δικαίωμα που δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο από συγκεκριμένο άτομο

Ετυμολογία

προσωποπαγής < πρόσωπο + "-παγ-" (από το θέμα του ρήματος πήγνυμι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωποπαγήςπροσωποπαγήςπροσωποπαγές
Γενικήπροσωποπαγούςπροσωποπαγούςπροσωποπαγούς
Αιτιατικήπροσωποπαγήπροσωποπαγήπροσωποπαγές
Κλητικήπροσωποπαγή / προσωποπαγήςπροσωποπαγήςπροσωποπαγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσωποπαγείςπροσωποπαγείςπροσωποπαγή
Γενικήπροσωποπαγώνπροσωποπαγώνπροσωποπαγών
Αιτιατικήπροσωποπαγείςπροσωποπαγείςπροσωποπαγή
Κλητικήπροσωποπαγείςπροσωποπαγείςπροσωποπαγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →