προσωποποιία
•
- η ρητορική τεχνική κατά την οποία ο ρήτορας βάζει τα λόγια που θέλει να παρουσιάσει στο στόμα ενός χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωποποιία < αρχαία ελληνική < πρόσωπ(ο) + -ο- + -ποιία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσωποποιία | προσωποποιίες |
| Γενική | προσωποποιίας | προσωποποιιών |
| Αιτιατική | προσωποποιία | προσωποποιίες |
| Κλητική | προσωποποιία | προσωποποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →