προσωποποιούμαι
•
- παίρνω μορφή και πρόσωπο ή και όνομα ενώ δεν έχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσωποποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος προσωποποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσωποποιούμαι | προσωποποιείσαι | προσωποποιείται | προσωποποιούμαστε | προσωποποιείστε | προσωποποιούνται |
| Παρατατικός | προσωποποιούμουν | προσωποποιούσουν | προσωποποιούνταν | προσωποποιούμασταν / προσωποποιούμαστε | προσωποποιούσασταν / προσωποποιούσαστε | προσωποποιούνταν |
| Αόριστος | προσωποποιήθηκα | προσωποποιήθηκες | προσωποποιήθηκε | προσωποποιηθήκαμε | προσωποποιηθήκατε | προσωποποιήθηκαν / προσωποποιηθήκαν / προσωποποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα προσωποποιηθώ / θα προσωποποιούμαι | θα προσωποποιείσαι / θα προσωποποιηθείς | θα προσωποποιείται / θα προσωποποιηθεί | θα προσωποποιηθούμε / θα προσωποποιούμαστε | θα προσωποποιείστε / θα προσωποποιηθείτε | θα προσωποποιηθούν / θα προσωποποιηθούνε / θα προσωποποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω προσωποποιηθεί | έχεις προσωποποιηθεί | έχει προσωποποιηθεί | έχουμε προσωποποιηθεί | έχετε προσωποποιηθεί | έχουν προσωποποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσωποποιηθεί | είχες προσωποποιηθεί | είχε προσωποποιηθεί | είχαμε προσωποποιηθεί | είχατε προσωποποιηθεί | είχαν προσωποποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθώ / να προσωποποιούμαι | να έχεις προσωποποιηθεί / να προσωποποιείσαι / να προσωποποιηθείς | να έχει προσωποποιηθεί / να προσωποποιείται / να προσωποποιηθεί | να έχουμε προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθούμε / να προσωποποιούμαστε | να έχετε προσωποποιηθεί / να προσωποποιείστε / να προσωποποιηθείτε | να έχουν προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθούν / να προσωποποιηθούνε / να προσωποποιούνται |
| Προστακτική | — | προσωποποιήσου | — | — | προσωποποιείστε / προσωποποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →