Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωποποιούμαι

ρήμα
•
  1. παίρνω μορφή και πρόσωπο ή και όνομα ενώ δεν έχω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωποποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος προσωποποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσωποποιούμαιπροσωποποιείσαιπροσωποποιείταιπροσωποποιούμαστεπροσωποποιείστεπροσωποποιούνται
Παρατατικόςπροσωποποιούμουνπροσωποποιούσουνπροσωποποιούντανπροσωποποιούμασταν / προσωποποιούμαστεπροσωποποιούσασταν / προσωποποιούσαστεπροσωποποιούνταν
Αόριστοςπροσωποποιήθηκαπροσωποποιήθηκεςπροσωποποιήθηκεπροσωποποιηθήκαμεπροσωποποιηθήκατεπροσωποποιήθηκαν / προσωποποιηθήκαν / προσωποποιηθήκανε
Μέλλονταςθα προσωποποιηθώ / θα προσωποποιούμαιθα προσωποποιείσαι / θα προσωποποιηθείςθα προσωποποιείται / θα προσωποποιηθείθα προσωποποιηθούμε / θα προσωποποιούμαστεθα προσωποποιείστε / θα προσωποποιηθείτεθα προσωποποιηθούν / θα προσωποποιηθούνε / θα προσωποποιούνται
Παρακείμενοςέχω προσωποποιηθείέχεις προσωποποιηθείέχει προσωποποιηθείέχουμε προσωποποιηθείέχετε προσωποποιηθείέχουν προσωποποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα προσωποποιηθείείχες προσωποποιηθείείχε προσωποποιηθείείχαμε προσωποποιηθείείχατε προσωποποιηθείείχαν προσωποποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθώ / να προσωποποιούμαινα έχεις προσωποποιηθεί / να προσωποποιείσαι / να προσωποποιηθείςνα έχει προσωποποιηθεί / να προσωποποιείται / να προσωποποιηθείνα έχουμε προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθούμε / να προσωποποιούμαστενα έχετε προσωποποιηθεί / να προσωποποιείστε / να προσωποποιηθείτενα έχουν προσωποποιηθεί / να προσωποποιηθούν / να προσωποποιηθούνε / να προσωποποιούνται
Προστακτική—προσωποποιήσου——προσωποποιείστε / προσωποποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →