Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωποποιώ

/pro.so.po.piˈo/ρήμα
•
  1. κάνω προσωποποίηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωποποιώ < ελληνιστική κοινή προσωποποιέω / προσωποποιῶ < αρχαία ελληνική πρόσωπον + ποιέω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική personnifier)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσωποποιώπροσωποποιείςπροσωποποιείπροσωποποιούμεπροσωποποιείτεπροσωποποιούν / προσωποποιούνε
Παρατατικόςπροσωποποιούσαπροσωποποιούσεςπροσωποποιούσεπροσωποποιούσαμεπροσωποποιούσατεπροσωποποιούσαν / προσωποποιούσανε
Αόριστοςπροσωποποίησαπροσωποποίησεςπροσωποποίησεπροσωποποιήσαμεπροσωποποιήσατεπροσωποποίησαν / προσωποποιήσαν / προσωποποιήσανε
Μέλλονταςθα προσωποποιήσω / θα προσωποποιώθα προσωποποιήσεις / θα προσωποποιείςθα προσωποποιήσει / θα προσωποποιείθα προσωποποιήσουμε / θα προσωποποιούμεθα προσωποποιήσετε / θα προσωποποιείτεθα προσωποποιήσουν / θα προσωποποιήσουνε / θα προσωποποιούν / θα προσωποποιούνε
Παρακείμενοςέχω προσωποποιήσειέχεις προσωποποιήσειέχει προσωποποιήσειέχουμε προσωποποιήσειέχετε προσωποποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προσωποποιήσειείχες προσωποποιήσειείχε προσωποποιήσειείχαμε προσωποποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω προσωποποιήσει / να προσωποποιήσω / να προσωποποιώνα έχεις προσωποποιήσει / να προσωποποιήσεις / να προσωποποιείςνα έχει προσωποποιήσει / να προσωποποιήσει / να προσωποποιείνα έχουμε προσωποποιήσει / να προσωποποιήσουμε / να προσωποποιούμενα έχετε προσωποποιήσει / να προσωποποιήσετε / να προσωποποιείτενα προσωποποιήσουν / να προσωποποιήσουνε / να προσωποποιούν / να προσωποποιούνε
Προστακτική—προσωποποίει / προσωποποίησε——προσωποποιήστε / προσωποποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →