προσόν
•
- κάθε ιδιότητα ή ικανότητα που αποκτά κάποιος είτε με τη μόρφωσή του είτε από τη φύση Βικιλεξικό
- πληθυντικόςόλα τα εφόδια που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση ενός έργου ή την πρόσληψη κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής προσών του ρήματος πρόσειμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσόν | προσόντα |
| Γενική | προσόντος | προσόντων |
| Αιτιατική | προσόν | προσόντα |
| Κλητική | προσόν | προσόντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →