προσόψι
•
- η πετσέτα για το πρόσωπο με απορροφητικό ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσόψι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική προσόψι(ν) προσόψιον < προσ- + ὄψ(ις) + -ιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσόψι | προσόψια |
| Γενική | προσοψιού | προσοψιών |
| Αιτιατική | προσόψι | προσόψια |
| Κλητική | προσόψι | προσόψια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →