προτάσσω
•
- τοποθετώ κάτι πιο μπροστά από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Ἐν τῇ συλλογῇ ταύτῃ προτάσσονται ὀκτὼ ᾄσματα διεκτραγῳδοῦντα τὴν καταστροφὴν τῶν Σουλιωτῶν, ὧν ἡ πατρὶς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἑστία τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα ἐνέπνευσαν εἰς τὸν ποιητὴν τὰ Voyages en Grèce τοῦ Πουκεβίλ.
- μεταφορικάδίνω σε κάτι προτεραιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προτάσσω < προ- + τάσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *taǵ-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προτάσσω | προτάσσεις | προτάσσει | προτάσσουμε | προτάσσετε | προτάσσουν / προτάσσουνε |
| Παρατατικός | προέτασσα | προέτασσες | προέτασσε | προτάσσαμε | προτάσσατε | προέτασσαν / προτάσσαν / προτάσσανε |
| Αόριστος | προέταξα | προέταξες | προέταξε | προτάξαμε | προτάξατε | προέταξαν / προτάξαν / προτάξανε |
| Μέλλοντας | θα προτάξω / θα προτάσσω | θα προτάξεις / θα προτάσσεις | θα προτάξει / θα προτάσσει | θα προτάξουμε / θα προτάσσουμε | θα προτάξετε / θα προτάσσετε | θα προτάξουν / θα προτάξουνε / θα προτάσσουν / θα προτάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προτάξει | έχεις προτάξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προτάξει | είχες προτάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προτάξει / να προτάξω / να προτάσσω | να έχεις προτάξει / να προτάξεις / να προτάσσεις | να προτάξει / να προτάσσει | να προτάξουμε / να προτάσσουμε | να προτάξετε / να προτάσσετε | να προτάξουν / να προτάξουνε / να προτάσσουν / να προτάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε προταγμένο / πρόταξε / πρότασσε | — | — | προτάξτε / προτάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προτάχθηκαπροτάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →