Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτάσσω

/pɾoˈta.so/ρήμα
•
  1. τοποθετώ κάτι πιο μπροστά από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Ἐν τῇ συλλογῇ ταύτῃ προτάσσονται ὀκτὼ ᾄσματα διεκτραγῳδοῦντα τὴν καταστροφὴν τῶν Σουλιωτῶν, ὧν ἡ πατρὶς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἑστία τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα ἐνέπνευσαν εἰς τὸν ποιητὴν τὰ Voyages en Grèce τοῦ Πουκεβίλ.
  2. μεταφορικάδίνω σε κάτι προτεραιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προτάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προτάσσω < προ- + τάσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *taǵ-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροτάσσωπροτάσσειςπροτάσσειπροτάσσουμεπροτάσσετεπροτάσσουν / προτάσσουνε
Παρατατικόςπροέτασσαπροέτασσεςπροέτασσεπροτάσσαμεπροτάσσατεπροέτασσαν / προτάσσαν / προτάσσανε
Αόριστοςπροέταξαπροέταξεςπροέταξεπροτάξαμεπροτάξατεπροέταξαν / προτάξαν / προτάξανε
Μέλλονταςθα προτάξω / θα προτάσσωθα προτάξεις / θα προτάσσειςθα προτάξει / θα προτάσσειθα προτάξουμε / θα προτάσσουμεθα προτάξετε / θα προτάσσετεθα προτάξουν / θα προτάξουνε / θα προτάσσουν / θα προτάσσουνε
Παρακείμενοςέχω προτάξειέχεις προτάξει————
Υπερσυντέλικοςείχα προτάξειείχες προτάξει————
Υποτακτικήνα έχω προτάξει / να προτάξω / να προτάσσωνα έχεις προτάξει / να προτάξεις / να προτάσσειςνα προτάξει / να προτάσσεινα προτάξουμε / να προτάσσουμενα προτάξετε / να προτάσσετενα προτάξουν / να προτάξουνε / να προτάσσουν / να προτάσσουνε
Προστακτική—έχε προταγμένο / πρόταξε / πρότασσε——προτάξτε / προτάσσετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προτάχθηκαπροτάσσομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →