προταθείς
•
- που έχει προταθεί γενικά κατά το παρελθόν, λόγιο συνώνυμο του προτεινόμενος (το τελευταίο παραπέμπει σε μία πρόσφατη, τρέχουσα πρόταση, που μόλις έγινε ή γίνεται αυτή τη στιγμή) Βικιλεξικό
- που έχει προταθεί για μία συγκεκριμένη θέση, ο υποψήφιος
- β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτείνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προταθείς < αρχαία ελληνική προταθείς < προτείνω (από τη μετοχή παθ. αορίστου προετάθην, προταθείς, προταθεῖσα, προταθέν)
Άλλοι τύποι
προταθένπροταθένταπροταθένταςπροταθέντεςπροταθέντοςπροταθέντωνπροταθείςπροταθείσαπροταθείσαςπροταθείσεςπροταθείσηςπροταθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →