Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προταθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει προταθεί γενικά κατά το παρελθόν, λόγιο συνώνυμο του προτεινόμενος (το τελευταίο παραπέμπει σε μία πρόσφατη, τρέχουσα πρόταση, που μόλις έγινε ή γίνεται αυτή τη στιγμή) Βικιλεξικό
    • που έχει προταθεί για μία συγκεκριμένη θέση, ο υποψήφιος
  2. β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτείνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προταθείς < αρχαία ελληνική προταθείς < προτείνω (από τη μετοχή παθ. αορίστου προετάθην, προταθείς, προταθεῖσα, προταθέν)

Άλλοι τύποι

προταθένπροταθένταπροταθένταςπροταθέντεςπροταθέντοςπροταθέντωνπροταθείςπροταθείσαπροταθείσαςπροταθείσεςπροταθείσηςπροταθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →