προτακτικό
•
- γραμματικήφωνήεν (συχνά άλφα ή γιώτα) που προτάσσεται, δηλαδή μπαίνει στην αρχή μιας λέξης που αρχίζει από σύμφωνο. Συνήθως μπαίνει για ευφωνία ή για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση και το αντίστοιχο φαινόμενο λέγεται πρόταξη, π.χ. Βικιλεξικό
- α- + βασκάνω= αβασκάνω
- άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα Βικιλεξικό
- Αγια-, αγια-, Αγιο-, αγιο-, Αϊ-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-
- άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα Βικιλεξικό
- κυρ, καπετάν, πάτερ
Ετυμολογία
προτακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προτακτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική προτάσσω (θέτω μπροστά) < πρό + τάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προτακτικό | προτακτικά |
| Γενική | προτακτικού | προτακτικών |
| Αιτιατική | προτακτικό | προτακτικά |
| Κλητική | προτακτικό | προτακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →