Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτακτικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήφωνήεν (συχνά άλφα ή γιώτα) που προτάσσεται, δηλαδή μπαίνει στην αρχή μιας λέξης που αρχίζει από σύμφωνο. Συνήθως μπαίνει για ευφωνία ή για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση και το αντίστοιχο φαινόμενο λέγεται πρόταξη, π.χ. Βικιλεξικό
    • α- + βασκάνω= αβασκάνω
  2. άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα Βικιλεξικό
    • Αγια-, αγια-, Αγιο-, αγιο-, Αϊ-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-
  3. άκλιτα που προτάσσονται κυρίων ονομάτων σε χαλαρά σύνθετα Βικιλεξικό
    • κυρ, καπετάν, πάτερ

Ετυμολογία

προτακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προτακτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική προτάσσω (θέτω μπροστά) < πρό + τάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροτακτικόπροτακτικά
Γενικήπροτακτικούπροτακτικών
Αιτιατικήπροτακτικόπροτακτικά
Κλητικήπροτακτικόπροτακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →