προτειχίζω
•
- χτίζω εξωτερικό τείχος μπροστά από το κυρίως τείχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτειχίζω < ελληνιστική κοινή προτειχίζω < αρχαία ελληνική πρό + τειχίζω < τεῖχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προτειχίζω | προτειχίζεις | προτειχίζει | προτειχίζουμε | προτειχίζετε | προτειχίζουν / προτειχίζουνε |
| Παρατατικός | προτείχιζα | προτείχιζες | προτείχιζε | προτειχίζαμε | προτειχίζατε | προτείχιζαν / προτειχίζαν / προτειχίζανε |
| Αόριστος | προτείχισα | προτείχισες | προτείχισε | προτειχίσαμε | προτειχίσατε | προτείχισαν / προτειχίσαν / προτειχίσανε |
| Μέλλοντας | θα προτειχίζω / θα προτειχίσω | θα προτειχίζεις / θα προτειχίσεις | θα προτειχίζει / θα προτειχίσει | θα προτειχίζουμε / θα προτειχίσουμε | θα προτειχίζετε / θα προτειχίσετε | θα προτειχίζουν / θα προτειχίζουνε / θα προτειχίσουν / θα προτειχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προτειχίσει | έχεις προτειχίσει | έχει προτειχίσει | έχουμε προτειχίσει | έχετε προτειχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προτειχίσει | είχες προτειχίσει | είχε προτειχίσει | είχαμε προτειχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προτειχίσει / να προτειχίζω / να προτειχίσω | να έχεις προτειχίσει / να προτειχίζεις / να προτειχίσεις | να έχει προτειχίσει / να προτειχίζει / να προτειχίσει | να έχουμε προτειχίσει / να προτειχίζουμε / να προτειχίσουμε | να έχετε προτειχίσει / να προτειχίζετε / να προτειχίσετε | να προτειχίζουν / να προτειχίζουνε / να προτειχίσουν / να προτειχίσουνε |
| Προστακτική | — | προτείχιζε / προτείχισε | — | — | προτειχίζετε / προτειχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →