προτεσταντικός
•
- που έχει σχέση με τους προτεστάντες ή τον προτεσταντισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτεσταντικός < προτεστάντης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προτεσταντικός | προτεσταντική | προτεσταντικό |
| Γενική | προτεσταντικού | προτεσταντικής | προτεσταντικού |
| Αιτιατική | προτεσταντικό | προτεσταντική | προτεσταντικό |
| Κλητική | προτεσταντικέ | προτεσταντική | προτεσταντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προτεσταντικοί | προτεσταντικές | προτεσταντικά |
| Γενική | προτεσταντικών | προτεσταντικών | προτεσταντικών |
| Αιτιατική | προτεσταντικούς | προτεσταντικές | προτεσταντικά |
| Κλητική | προτεσταντικοί | προτεσταντικές | προτεσταντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →