Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτεσταντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους προτεστάντες ή τον προτεσταντισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προτεσταντικός < προτεστάντης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροτεσταντικόςπροτεσταντικήπροτεσταντικό
Γενικήπροτεσταντικούπροτεσταντικήςπροτεσταντικού
Αιτιατικήπροτεσταντικόπροτεσταντικήπροτεσταντικό
Κλητικήπροτεσταντικέπροτεσταντικήπροτεσταντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροτεσταντικοίπροτεσταντικέςπροτεσταντικά
Γενικήπροτεσταντικώνπροτεσταντικώνπροτεσταντικών
Αιτιατικήπροτεσταντικούςπροτεσταντικέςπροτεσταντικά
Κλητικήπροτεσταντικοίπροτεσταντικέςπροτεσταντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →