προτιμολογώ
•
- οικονομίαεκδίδω προτιμολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτιμολογώ < προ- + τιμολογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προτιμολογώ | προτιμολογείς | προτιμολογεί | προτιμολογούμε | προτιμολογείτε | προτιμολογούν / προτιμολογούνε |
| Παρατατικός | προτιμολογούσα | προτιμολογούσες | προτιμολογούσε | προτιμολογούσαμε | προτιμολογούσατε | προτιμολογούσαν / προτιμολογούσανε |
| Αόριστος | προτιμολόγησα | προτιμολόγησες | προτιμολόγησε | προτιμολογήσαμε | προτιμολογήσατε | προτιμολογήσαν / προτιμολογήσανε / προτιμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα προτιμολογήσω / θα προτιμολογώ | θα προτιμολογήσεις / θα προτιμολογείς | θα προτιμολογήσει / θα προτιμολογεί | θα προτιμολογήσουμε / θα προτιμολογούμε | θα προτιμολογήσετε / θα προτιμολογείτε | θα προτιμολογήσουν / θα προτιμολογήσουνε / θα προτιμολογούν / θα προτιμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω προτιμολογήσει | έχεις προτιμολογήσει | έχει προτιμολογήσει | έχουμε προτιμολογήσει | έχετε προτιμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προτιμολογήσει | είχες προτιμολογήσει | είχε προτιμολογήσει | είχαμε προτιμολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προτιμολογήσει / να προτιμολογήσω / να προτιμολογώ | να έχεις προτιμολογήσει / να προτιμολογήσεις / να προτιμολογείς | να έχει προτιμολογήσει / να προτιμολογήσει / να προτιμολογεί | να έχουμε προτιμολογήσει / να προτιμολογήσουμε / να προτιμολογούμε | να έχετε προτιμολογήσει / να προτιμολογήσετε / να προτιμολογείτε | να προτιμολογήσουν / να προτιμολογήσουνε / να προτιμολογούν / να προτιμολογούνε |
| Προστακτική | — | προτιμολόγει / προτιμολόγησε | — | — | προτιμολογήστε / προτιμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →