προτιμότερον
•
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προτιμότερος Βικιλεξικό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προτιμότερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτιμότερον: κλιτικός τύπος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →