προτιμώ
•
- δείχνω την προτίμησή μου ή πάντως αισθάνομαι προτίμηση για κάτι, επιλέγω μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων, ειδών, ανθρώπων, καταστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτιμώ < καθαρεύουσα προτιμῶ < αρχαία ελληνική προτιμάω-ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προτιμάω / προτιμώ | προτιμάς | προτιμά / προτιμάει | προτιμάμε / προτιμούμε | προτιμάτε | προτιμάν / προτιμάνε / προτιμούν / προτιμούνε |
| Παρατατικός | προτιμούσα | προτιμούσες | προτιμούσε | προτιμούσαμε | προτιμούσατε | προτιμούσαν / προτιμούσανε |
| Αόριστος | προτίμησα | προτίμησες | προτίμησε | προτιμήσαμε | προτιμήσατε | προτίμησαν / προτιμήσαν / προτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα προτιμάω / θα προτιμήσω / θα προτιμώ | θα προτιμάς / θα προτιμήσεις | θα προτιμά / θα προτιμάει / θα προτιμήσει | θα προτιμάμε / θα προτιμήσουμε / θα προτιμούμε | θα προτιμάτε / θα προτιμήσετε | θα προτιμάν / θα προτιμάνε / θα προτιμήσουν / θα προτιμήσουνε / θα προτιμούν / θα προτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω προτιμήσει | έχεις προτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προτιμήσει / να προτιμάω / να προτιμήσω / να προτιμώ | να έχεις προτιμήσει / να προτιμάς / να προτιμήσεις | να προτιμά / να προτιμάει / να προτιμήσει | να προτιμάμε / να προτιμήσουμε / να προτιμούμε | να προτιμάτε / να προτιμήσετε | να προτιμάν / να προτιμάνε / να προτιμήσουν / να προτιμήσουνε / να προτιμούν / να προτιμούνε |
| Προστακτική | — | προτίμα / προτίμαγε / προτίμησε | — | — | προτιμάτε / προτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →