προτονίζω
•
- ναυτικός όροςδένω το ιστίο με προτόνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτονίζω < πρότονος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προτονίζω | προτονίζεις | προτονίζει | προτονίζουμε | προτονίζετε | προτονίζουν / προτονίζουνε |
| Παρατατικός | προτόνιζα | προτόνιζες | προτόνιζε | προτονίζαμε | προτονίζατε | προτονίζαν / προτονίζανε / προτόνιζαν |
| Αόριστος | προτόνισα | προτόνισες | προτόνισε | προτονίσαμε | προτονίσατε | προτονίσαν / προτονίσανε / προτόνισαν |
| Μέλλοντας | θα προτονίζω / θα προτονίσω | θα προτονίζεις / θα προτονίσεις | θα προτονίζει / θα προτονίσει | θα προτονίζουμε / θα προτονίσουμε | θα προτονίζετε / θα προτονίσετε | θα προτονίζουν / θα προτονίζουνε / θα προτονίσουν / θα προτονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προτονίσει | έχεις προτονίσει | έχει προτονίσει | έχουμε προτονίσει | έχετε προτονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προτονίσει | είχες προτονίσει | είχε προτονίσει | είχαμε προτονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προτονίσει / να προτονίζω / να προτονίσω | να έχεις προτονίσει / να προτονίζεις / να προτονίσεις | να έχει προτονίσει / να προτονίζει / να προτονίσει | να έχουμε προτονίσει / να προτονίζουμε / να προτονίσουμε | να έχετε προτονίσει / να προτονίζετε / να προτονίσετε | να προτονίζουν / να προτονίζουνε / να προτονίσουν / να προτονίσουνε |
| Προστακτική | — | προτόνιζε / προτόνισε | — | — | προτονίζετε / προτονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →