Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτού

/pɾoˈtu/σύνδεσμος
•
  1. πριν Βικιλεξικό
    • Έπρεπε ωστόσο και κάτι άλλο να κανονίσει αυτή τη φορά προτού φύγει. (<Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)

Ετυμολογία

προτού < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική προτοῦ πρὸ τοῦ (+ οριστική) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πρὸ τοῦ (+ απαρέμφατο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →