προτού
•
- πριν Βικιλεξικό
- Έπρεπε ωστόσο και κάτι άλλο να κανονίσει αυτή τη φορά προτού φύγει. (<Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
Ετυμολογία
προτού < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική προτοῦ πρὸ τοῦ (+ οριστική) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πρὸ τοῦ (+ απαρέμφατο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →