Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προφέρω

ρήμα
•
  1. αρθρώνω φθόγγους και λέξεις Βικιλεξικό
    • Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
  2. μιλάω με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προφέρω < αρχαία ελληνική προφέρω < προ- + φέρω (φέρνω μπροστά)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →