προφέσορας
•
- συνήθως ειρωνικάκαθηγητής (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
- Ανάθεμά τους για προφεσόροι. Κληρονομιά τους θαρρούν πως είναι όλα τα ιδρύματα. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)
Ετυμολογία
προφέσορας < (λόγιο δάνειο) γερμανική Professor + -ας κατά τα ουσιαστικά σε -ωρ, -ορας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προφέσορας | προφέσορες / προφεσόροι |
| Γενική | προφέσορα | προφεσόρων |
| Αιτιατική | προφέσορα | προφέσορες / προφεσόρους |
| Κλητική | προφέσορα | προφέσορες / προφεσόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →