προφανής
•
- που γίνεται αμέσως αντιληπτός και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, πρόδηλος, ολοφάνερος Βικιλεξικό
- προφανές συμπέρασμα
Ετυμολογία
προφανής < προ- + -φανής (<φαίνομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προφανής | προφανής | προφανές |
| Γενική | προφανούς | προφανούς | προφανούς |
| Αιτιατική | προφανή | προφανή | προφανές |
| Κλητική | προφανή / προφανής | προφανής | προφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προφανείς | προφανείς | προφανή |
| Γενική | προφανών | προφανών | προφανών |
| Αιτιατική | προφανείς | προφανείς | προφανή |
| Κλητική | προφανείς | προφανείς | προφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →