προφητικός
•
- που έχει σχέση με προφήτη ή προφητεία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- Τα βιβλία του που θερμαίνουν όχι μόνο τη νεανική φαντασία, μα και των ώριμων, είναι σαφώς προφητικά. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])
Ετυμολογία
προφητικός < ελληνιστική κοινή προφητικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική prophétique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική prophetic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προφητικός | προφητική | προφητικό |
| Γενική | προφητικού | προφητικής | προφητικού |
| Αιτιατική | προφητικό | προφητική | προφητικό |
| Κλητική | προφητικέ | προφητική | προφητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προφητικοί | προφητικές | προφητικά |
| Γενική | προφητικών | προφητικών | προφητικών |
| Αιτιατική | προφητικούς | προφητικές | προφητικά |
| Κλητική | προφητικοί | προφητικές | προφητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →