προφορικώς
•
- λόγιοπροφορικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προφορικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προφορικῶς < (ελληνιστική κοινή). Συγχρονικά αναλύεται σε προφορικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
προφορικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προφορικῶς < (ελληνιστική κοινή). Συγχρονικά αναλύεται σε προφορικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →