προφυλάγομαι
•
- φυλάγομαι, προσέχω μην πάθω κανένα κακό ή δυστύχημα Βικιλεξικό
- προσπαθώ να προστατευτώ από το κρύο κ.λπ. Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος προφυλάγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προφυλάγομαι < παθητική φωνή του ρήματος === Προφορά=== φυλάγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προφυλάγομαι | προφυλάγεσαι | προφυλάγεται | προφυλαγόμαστε | προφυλάγεστε | προφυλάγονται |
| Παρατατικός | προφυλαγόμουν / προφυλαγόμουνα | προφυλαγόσουν / προφυλαγόσουνα | προφυλαγόταν / προφυλαγότανε | προφυλαγόμασταν / προφυλαγόμαστε | προφυλαγόσασταν / προφυλαγόσαστε | προφυλάγονταν / προφυλαγόντουσαν |
| Αόριστος | προφυλάχτηκα | προφυλάχτηκες | προφυλάχτηκε | προφυλαχτήκαμε | προφυλαχτήκατε | προφυλάχτηκαν / προφυλαχτήκαν / προφυλαχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα προφυλάγομαι / θα προφυλαχτώ | θα προφυλάγεσαι / θα προφυλαχτείς | θα προφυλάγεται / θα προφυλαχτεί | θα προφυλαγόμαστε / θα προφυλαχτούμε | θα προφυλάγεστε / θα προφυλαχτείτε | θα προφυλάγονται / θα προφυλαχτούν / θα προφυλαχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω προφυλαχτεί | έχεις προφυλαχτεί | έχει προφυλαχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προφυλαχτεί | είχες προφυλαχτεί | είχε προφυλαχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προφυλαχτεί / να προφυλάγομαι / να προφυλαχτώ | να έχεις προφυλαχτεί / να προφυλάγεσαι / να προφυλαχτείς | να έχει προφυλαχτεί / να προφυλάγεται / να προφυλαχτεί | να προφυλαγόμαστε / να προφυλαχτούμε | να προφυλάγεστε / να προφυλαχτείτε | να προφυλάγονται / να προφυλαχτούν / να προφυλαχτούνε |
| Προστακτική | — | προφυλάγου / προφυλάξου | — | — | προφυλάγεστε / προφυλαχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →