προφυλακτήρας
•
- οτιδήποτε προστατεύει Βικιλεξικό
- ειδικότεραπλαστικό ή μεταλλικό σύστημα που προσαρμόζεται στο μπροστά ή πίσω τμήμα ενός οχήματος και το προστατεύει σε ενδεχόμενη πρόσκρουση ή σύγκρουση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προφυλακτήρας < προφυλάσσω + -τήρας < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω < προελληνικό *pʰulakyō
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προφυλακτήρας | προφυλακτήρες |
| Γενική | προφυλακτήρα | προφυλακτήρων |
| Αιτιατική | προφυλακτήρα | προφυλακτήρες |
| Κλητική | προφυλακτήρα | προφυλακτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →