προφυλακτικό
•
- ελαστικό κάλυμμα, συνήθως φτιαγμένο από λατέξ ή πολυουρεθάνη, που τοποθετείται στο αρσενικό γεννητικό όργανο πριν από τη σεξουαλική επαφή, για να προστατεύσει από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη Βικιλεξικό
- Τι είναι αυτά; τον είχε ρωτήσει, καλά το βιάγκρα, ας υποθέσω ότι το θέλεις για τα συζυγικά σου καθήκοντα, παρότι θα'πρεπε να με ρωτήσεις, το ξέρεις ότι κινδυνεύει η υγεία σου; αλλά εντάξει να το παραβλέψω, τα προφυλακτικά όμως τι τα θέλεις, εφόσον μαζί μου, όποτε και εάν, δεν χρησιμοποιείς προφυλακτικό. (Μάρω Δούκα, Έλα να πούμε ψέματα, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
προφυλακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προφυλακτικός < ελληνιστική κοινή προφυλακτικός < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préservatif )
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →