Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προφύλαξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μέριμνα, η φροντίδα, η λήψη μέτρων για προστασία προτού συμβεί κάτι, προληπτικά Βικιλεξικό
    • Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται προφύλαξη από το κρύο, γιατί τυχόν πνευμονία μπορεί να αποβεί μοιραία
  2. ο πρόχειρος τρόπος αναφοράς στα μέτρα αυτά καθαυτά που παίρνει κάποιος για να προφυλαχθεί Βικιλεξικό
  3. μέσα αντισύλληψης και προστασίας από μολύνσεις κατά την συνουσία Βικιλεξικό
    • Πρέπει να παίρνεις προφυλάξεις παιδί μου όταν κάνεις σεξ

Ετυμολογία

προφύλαξη < προφύλαξις < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροφύλαξηπροφυλάξεις
Γενικήπροφύλαξηςπροφυλάξεων
Αιτιατικήπροφύλαξηπροφυλάξεις
Κλητικήπροφύλαξηπροφυλάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →