προχειρογραμμένος
•
- που είναι πρόχειρα γραμμένος, βιαστικά ή πάντως χωρίς επιμέλεια, που υπολείπεται ή σε εμφάνιση (π.χ. το κείμενο δεν είναι καλλιγραφικό ή καθαρογραμμένο) ή σε σύνταξη ή σε νοήματα Βικιλεξικό
- προχειρογραμμένος λόγος, κείμενο, ομιλία, άρθρο, είδηση, σενάριο, βιβλίο κ.λπ.
Ετυμολογία
προχειρογραμμένος < (μετοχή χωρίς ρήμα) πρόχειρ(ος) + -ο- + γραμμένος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος γράφω
Άλλοι τύποι
προχειρογραμμέναπροχειρογραμμένεπροχειρογραμμένεςπροχειρογραμμένηπροχειρογραμμένηςπροχειρογραμμένοπροχειρογραμμένοιπροχειρογραμμένοςπροχειρογραμμένουπροχειρογραμμένουςπροχειρογραμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →